Η κοινωνική μέριμνα για την υγεία οδήγησε, ήδη από το 19ο αι., στη συστηματοποίηση των επιστημών της Υγιεινής, της Επιδημιολογίας και της Ιατρικής Στατιστικής, που είχαν ως σκοπό τη μείωση της νοσηρότητας και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, μέσω της πρόληψης των ασθενειών και της παρέμβασης στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον. Δεδομένης της φύσης του αντικειμένου, η δράση του Εργαστηρίου κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του αντικατόπτριζε τις συνθήκες ζωής και το επίπεδο υγείας του ελληνικού λαού.

Το μάθημα της Υγιεινής διδάσκεται για πρώτη φορά το 1838 στην Ιατρική Σχολή του νεοσύστατου Πανεπιστημίου Αθηνών, από τον Καθηγητή Ι. Νικολαΐδη Λειβαδιέα, ο οποίος αρχικά είχε τον τίτλο του Καθηγητή Διαιτητικής και, στη συνέχεια, και Υγιεινής. Η καθιέρωσή του ανάμεσα στα πρώτα μαθήματα που διδάσκονταν στην Ιατρική Σχολή απηχεί την ανάγκη για την αγωγή υγείας του πληθυσμού του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Το έτος 1900 αποτελεί σταθμό, καθώς τότε ο Κ. Σάββας, στον οποίο οφείλεται η αναμόρφωση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα, διορίζεται Καθηγητής του μαθήματος Υγιεινής και Μικροβιολογίας. Το 1933, με προεδρικό διάταγμα, το Εργαστήριο Υγιεινής και Επιδημιολογίας ανεξαρτητοποιείται από το Εργαστήριο Μικροβιολογίας. Το 1938 ιδρύεται, άλλωστε, η έδρα της Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής «περιλαμβάνουσα τας συνθήκας (τροφής, κατοικίας, επαγγέλματος κ.λπ.) υπό τας οποίας διατηρείται υγιής ο ανθρώπινος οργανισμός. Επιδημικάς νόσους. Δημογραφίαν.». Καθηγητές και διδάσκοντες του Εργαστηρίου διετέλεσαν εξέχοντες επιστήμονες, όπως οι Κ. Μουτούσης (1933-1951), Γ. Αλιβιζάτος (1931-1962), Β. Βαλαώρας (1961-1968) και Π. Βασιλειάδης (1939-1969).

Κατά την πρώτη περίοδο της ιστορίας του, το Εργαστήριο Υγιεινής συνέβαλε καθοριστικά στη βελτίωση των συνθηκών υγείας στον ελλαδικό χώρο. Ειδικότερα, στη δράση των Καθηγητών του Εργαστηρίου Κ. Σάββα και Κ. Μουτούση, κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, σε συνεργασία με τον ιατρό Ι. Καρδαμάτη και άλλους επιστήμονες, οφείλεται η αντιμετώπιση της ελονοσίας με κινίνη, η εκπόνηση στατιστικών μελετών, προκειμένου να παρακολουθείται η πορεία της νόσου, η ίδρυση απολυμαντηρίων, τα εκτεταμένα εξυγιαντικά έργα  (αποστράγγιση, απολύμανση στασίμων υδάτων κ.ά.).

Παράλληλα, η επιστημονική εμβρίθεια και ο ζήλος των μελών του Εργαστηρίου συντέλεσαν στην καταπολέμηση επιδημιών όπως η ελονοσία, η χολέρα, η ευλογιά, η φυματίωση και η εγγεφαλονωτιαία μηνιγγίτιδα. Η  ενημέρωση και η αγωγή υγείας του πληθυσμού, με έμφαση κατ’ αρχάς στην πρόληψη και την τήρηση στοιχειωδών κανόνων υγιεινής, αλλά και η ειδικότερη εκπαίδευση για τη συμμόρφωση προς τα μέτρα που λαμβάνονταν κατά περίπτωση για την εξάπλωση επιδημιών, αποτέλεσαν τομείς δραστηριότητας του Εργαστηρίου, με μεγάλη κοινωνική προσφορά.

Κατά τα νεότερα χρόνια, το Εργαστήριο εξακολούθησε να πρωτοστατεί σε πρωτότυπες επιστημονικές έρευνες για την υγειονομική κατάσταση, την αγωγή υγείας του ελληνικού λαού, την πρόληψη λοιμώξεων και την ενημέρωση του κοινού, με αποτελέσματα μετρήσιμα και ορατά στη μείωση της νεογνικής και παιδικής θνησιμότητας και την εν γένει βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης.

Επί μία τριακονταετία, Διευθυντής του Εργαστηρίου διετέλεσε ο Δ. Τριχόπουλος, εμβληματική μορφή της επιστήμης της Επιδημιολογίας, με διεθνή απήχηση. Από το πολυσχιδές έργο του σημειώνονται ιδιαίτερα οι μελέτες του για την επιδημιολογία και πρόληψη του καρκίνου, το ρόλο του παθητικού καπνίσματος, καθώς και την επιδημιολογία και πρόληψη των μη μεταδοτικών νοσημάτων. Το εξαιρετικό σύγγραμμά του: Επιδημιολογία, Αρχές, Μέθοδοι, Εφαρμογές μύησε στην επιδημιολογική έρευνα γενιές προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών.

Τον διαδέχθηκαν ως Διευθύντριες οι  Ομότιμες, πλέον, Καθηγήτριες κυρίες Κακλαμάνη και Καλαποθάκη, επίσης γνωστές για την επιστημονική τους συμβολή στον χώρο της Δημόσιας Υγείας.  Στη συνέχεια, και επί μια εξαετία, Διευθυντής του Εργαστηρίου διετέλεσε ο Καθηγητής κ. Α. Χατζάκης.

Το Κέντρο Βιομετρικών και Δημογραφικών Ερευνών

Η ίδρυση του Κέντρου Βιομετρικών και Δημογραφικών Ερευνών, περί τα μέσα της δεκαετίας του 1960, επί Καθηγητού Β. Βαλαώρα, υπήρξε πρωτοποριακή για τα ελληνικά επιστημονικά και ακαδημαϊκά δεδομένα, καθώς η Βιομετρία και η Δημογραφία δεν διδάσκονταν ως τότε σε κανένα ελληνικό Πανεπιστήμιο. Σκοπός του κέντρου, το οποίο υπήχθη αρχικά στο Εργαστήριο, ήταν η βελτίωση της δημόσιας υγείας, αλλά και η εκπαιδευτική υποστήριξη του Εργαστηρίου: «αι έρευναι αύται θα συμβάλλουν σημαντικώς εις την περαιτέρω επιστημονικήν κατάρτισιν του ανωτέρω επιστημονικού προσωπικού της Έδρας και εις την προαγωγήν του ερευνητικού πνεύματος και την αρτίαν εκπαίδευσιν του βοηθητικού επιστημονικού προσωπικού, ώστε να δημιουργηθούν εις την Έδραν ικανότατα επιστημονικά στελέχη εν τη Υγιεινή …. και να συμβάλλουν αποφασιστικώς εις την αρτιωτέραν εκπαίδευσιν εις την Υγιεινήν των φοιτητών της Ιατρικής Σχολής …». Τη λειτουργία του συνέδραμαν υλικά και με επιστημονικό δυναμικό το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, το ΠΙΚΠΑ και η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ενώ το κέντρο διεξήγαγε πανελλαδικές έρευνες, σε συνεργασία και με άλλους φορείς, όπως το Population Council, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και η Διεθνής Συνομοσπονδία Προγραμματισμού και Οικογένειας.

Στις αρχές του 1970, το Κέντρο Βιομετρικών και Δημογραφικών Ερευνών αποσπάται  από το Εργαστήριο και προσαρτάται στην Έδρα της Ζωολογίας της Φυσικομαθηματικής Σχολής, λειτουργώντας εφ’ εξής υπό την εποπτεία του αφυπηρετήσαντος Καθηγητή Υγιεινής και Επιδημιολογίας Β. Βαλαώρα.  Σχεδόν συγχρόνως, ο Καθηγητής Π. Βασιλειάδης και πλέον Διευθυντής του Εργαστηρίου Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής αιτείται την εκ νέου οργάνωση του Κέντρου, προσαρτημένου στην Έδρα της Υγιεινής και υπό τη διεύθυνση του οικείου διευθυντού της έδρας.

Τα ειδικότερα θέματα έρευνας του Κέντρου, όπως ετέθησαν από τον Π. Βασιλειάδη, ήταν τα παρακάτω:

α) Η διερεύνηση των τυφο-παρατυφικών λοιμώξεων και των άλλων σαλμονελλώσεων, καθώς και της διασποράς των σαλμονελλών σε τρόφιμα, ζώα, ύδατα, λύματα κ.λπ.

β) Η μελέτη της μικροβιακής δυσεντερίας.

γ) Η μελέτη της επιδημιολογίας της διφθερίτιδος

δ) Η μελέτη επί του επιπολασμού των διαφόρων τύπων μηνιγγιτιδοκόκκων και της συμπεριφοράς τους έναντι των σουλφοναμιδών και των αντιβιοτικών.

ε) Έρευνες για την υγιεινή των τροφίμων.

Το Μουσείο Υγιεινής

Το Μουσείο Υγιεινής ιδρύθηκε το 1923-4, επί πρυτανείας Δ. Παπούλια, και υπήχθη στο Εργαστήριο.

Η ίδρυση Μουσείων προκειμένου να υποστηρίζεται το εκπαιδευτικό έργο των Πανεπιστημίων, στην Ευρώπη ανάγεται ήδη στον 16ο-17ο αιώνα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ashmolean Museum του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Αντίστοιχα, στον Οργανισμό Λειτουργίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ευθύς με την ίδρυσή του, περιλαμβανόταν και η συγκρότηση συλλογών αντικειμένων, για διδακτικούς σκοπούς.

Το Μουσείο Υγιεινής είχε ως αποστολή τον εμπλουτισμό της διδασκαλίας με εποπτικά μέσα, αλλά και την εκπαίδευση του κοινού σε θέματα υγιεινής, κατά την εποχή που η Ελλάδα μαστιζόταν από λοιμώδη νοσήματα, όπως η ελονοσία, και η αγωγή υγείας του πληθυσμού ήταν ακόμη στοιχειώδης. Συνεπώς, η λειτουργία του αποτέλεσε όχι μόνο εκπαιδευτική, αλλά και κοινωνική προσφορά.

Σημείωση: πολύτιμη πηγή για την ιστορία του Εργαστηρίου Υγιεινής Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής αποτελεί η διδακτορική διατριβή της Μαρίας Κ. Μάνδυλα – Κουσουνή, με επιβλέπουσα την Καθηγήτρια Ε. Πετρίδου και τίτλο: «Η Ιστορία του Εργαστηρίου Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών», Αθήνα 2010.